ατολμία

ατολμία
Έλλειψη τόλμης, δειλία. Στην ψυχιατρική, α. λέγεται η ψυχολογική ανεπάρκεια που φέρνει διαταραχές στη βούληση, τη διανόηση και την κίνηση (αδεξιότητα). Η α. οφείλεται ή σε απότομους ψυχονευρικούς κλονισμούς ατόμων που παρουσιάζουν βλάβες του περιφερικού νευρικού συστήματος και του ενδοεκκριτικού ή και σε κληρονομικότητα. Με τις συνθήκες αυτές η α. παρουσιάζεται από τη μικρή ηλικία, με χαρακτηριστικά σημεία τη νωθρότητα, την εύκολη κούραση, την αδεξιότητα στις κινήσεις, κεφαλαλγίες, τρόμο των άκρων, μελαγχολία, αναποφασιστικότητα και έλλειψη αντίστασης. Η κατάσταση αυτή είναι οξύτερη στην περίοδο της εφηβείας και στην ώριμη ηλικία το άτομο που υποφέρει από α. γίνεται τελικά ανίκανο για οποιαδήποτε δράση.
* * *
και ατολμία, η (AM ἀτολμία) [άτολμος]
έλλειψη τόλμης, δειλία.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ἀτολμία — ἀτολμίᾱ , ἀτολμία want of daring fem nom/voc/acc dual ἀτολμίᾱ , ἀτολμία want of daring fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτολμίᾳ — ἀτολμίαι , ἀτολμία want of daring fem nom/voc pl ἀτολμίᾱͅ , ἀτολμία want of daring fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατολμία — η έλλειψη τόλμης, δειλία: Σ όλη του τη ζωή είχε μιαν ατολμία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀτολμίας — ἀτολμίᾱς , ἀτολμία want of daring fem acc pl ἀτολμίᾱς , ἀτολμία want of daring fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτολμίαι — ἀτολμία want of daring fem nom/voc pl ἀτολμίᾱͅ , ἀτολμία want of daring fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτολμίαν — ἀτολμίᾱν , ἀτολμία want of daring fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθαρρεψιά — η [αθάρρευτος] έλλειψη θάρρους, ατολμία, δειλία …   Dictionary of Greek

  • ακαρδοσύνη — η [άκαρδος] 1. ατολμία, δειλία 2. η ψυχική σκληρότητα …   Dictionary of Greek

  • δέρνω — (AM δέρω Α και δείρω και δαίρω Μ και δέρνω) χτυπώ, μαστιγώνω, ραβδίζω νεοελλ. Ι. 1. χτυπώ, βασανίζω, ταλαιπωρώ («μεριά μάς δέρνει ο θάνατος, μεριά κι ο γενίτσαρος», Δημοτ. Τραγ.) 2. (για υλικά μαγειρικής, γάλα, αβγά κ.λπ.) αναταράσσω, χτυπώ… …   Dictionary of Greek

  • δείλιασμα — το [δειλιάζω] η παροδική απώλεια θάρρους, η ατολμία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”